ἀρῶν

ἄρος
use
neut gen pl (attic epic doric)
ἀ̱ρῶν , ἀείρω
attach
fut part act masc nom sg (attic epic doric)
ἀρά
prayer
fem gen pl (ionic)
ἀράζω
snarl
fut part act masc voc sg
ἀράζω
snarl
fut part act neut nom/voc/acc sg
ἀράζω
snarl
fut part act masc nom sg (attic epic ionic)
ἀρή
prayer
fem gen pl
ἀρόω
plough
pres part act masc voc sg (doric aeolic)
ἀρόω
plough
pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
ἀρόω
plough
pres part act masc nom sg
ἀρόω
plough
pres inf act (doric)
αἴρω
attach
fut part act masc nom sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἀρῶν — Ἀρή fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρων — ἄρον cuckoo pint neut gen pl ἄ̱ρων , ἀρόω plough imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἄ̱ρων , ἀρόω plough imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀρόω plough imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀρόω plough imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ααρών ή Αρών, Πέντρο — (Φλωρεντία, τέλη 15ου αι. – 1562). Ιταλός μουσικοδιδάσκαλος. Είναι ένας από τους πρώτους θεωρητικούς της μουσικής που καθόρισε συστηματικά και με σαφήνεια τους κανόνες της σύγχρονης αντίστιξης και από τους πρώτους θεωρητικούς που εγκατέλειψαν τη… …   Dictionary of Greek

  • ὤρων — ἄρων , ἄρον cuckoo pint neut gen pl ἄ̱ρων , ἀρόω plough imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἄ̱ρων , ἀρόω plough imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χλιαρῶν — χλῑαρῶν , χλιαρός warm fem gen pl χλῑαρῶν , χλιαρός warm masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • CHARTOPHYLAX — in Ecclesia Constantinopolitana, custos erat annuli Patriarchalis, quem ille a Patriatcha sollenniter acceptum, in pectore gestabat; ut dictum: quemadmodum Magno Logothetae vel etiam Accubitori palae, cura annuli vel sigilli, quô literae… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • παραιρώ — έω, Α [αιρώ] 1. απομακρύνω κάτι από κάποιον, αποσύρω 2. (με γεν. διαιρ.) αφαιρώ μέρος από ένα όλον («τῆς λύπης παραιρεῑν εἰς τὸ ἐνδεχόμενον», Υπερ.) 3. μέσ. παραιροῡμαι, έομαι α) αποσπώ κάτι από κάποιον και τό οικειοποιούμαι («πόλεις παραιρεῑται… …   Dictionary of Greek

  • σκάβω — σκάπτω, ΝΜΑ, και σκάφτω Ν 1. χτυπώ με ειδικό εργαλείο το έδαφος και αναστρέφω το χώμα για διάνοιξη ορύγματος ή προκειμένου να καλλιεργήσω τη γη (α. «για το φτωχό ασπρομάλλη πο σκαψε κάμπους και βουνά, δυο πήχες τόπο μοναχά, τώρα θα σκάψουν άλλοι» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.